Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

token money


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο token παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: money
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
token n (symbol)σύμβολο, δείγμα ουσ ουδ
 The couple exchanged rings as a token of their love.
 Το ζευγάρι αντάλλαξε δαχτυλίδια ως σύμβολο της αγάπης του.
token n (coin substitute)μάρκα ουσ θηλ
 Ned inserted a token into the slot to release the trolley.
 Ο Νέντ έβαλε μια μάρκα στην σχισμή για να βγάλει το καροτσάκι.
token n (game counter)πιόνι ουσ ουδ
 Melanie threw the dice and moved her token forward.
 Η Μέλανι έριξε το ζάρι και κούνησε το πιόνι της.
token n as adj (for the sake of form, nominal)συμβολικός, μηδαμινός επίθ
  που υπάρχει κατ' όνομα περίφρ
  (για τυπικούς λόγους)συμβατικός επίθ
  (μεταφορικά)για τα μάτια του κόσμου έκφρ
 Nearly all the characters in the soap opera were white, with the exception of two token black characters.
 Σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες της σαπουνόπερας ήταν λευκοί, με εξαίρεση δύο μαύρους χαρακτήρες απλά για τα μάτια του κόσμου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
token n (software: text block)λεξικογραφική μονάδα επίθ + ουσ θηλ
token n (evidence)δείγμα, σημάδι ουσ ουδ
  ένδειξη, απόδειξη ουσ θηλ
 The young man's honesty in pointing out the mistake was taken as a token of his overall good character.
token n (gift voucher)δωροεπιταγή, δωροκάρτα ουσ θηλ
  κάρτα δώρου φρ ως ουσ θηλ
 Isobel's aunt didn't know what to buy her for her birthday, so she gave her some tokens.
token n (computing: part of program) (σε γλώσσα προγραμματισμού)λεκτική μονάδα φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
by the same token expr (similarly, for the same reason)κατά τον ίδιο τρόπο φρ ως επίρ
  ομοίως, παρομοίως επίρ
  για τον ίδιο λόγο επίρ
 Working from home means Veronica is able to pick her kids up from school, but by the same token, her workday is disrupted.
game token n (counter or piece used in a game) (αντί για χρήματα)μάρκα ουσ θηλ
NFT n initialism (non-fungible token)NFT ουσ ουδ άκλ
non-fungible token n (NFT: digital asset)μη εναλλάξιμα κρυπτοπαραστατικά φρ ως ουσ ουδ πλ
token gesture n (perfunctory gesture)συμβολική κίνηση επίθ + ουσ θηλ
 The company didn't really think they'd done anything wrong, but they offered their former employee a small amount of compensation as a token gesture.
token gift n (small present given as a gesture)συμβολικό δώρο φρ ως ουσ ουδ
 I bought a box of chocolates to give to his sister as a token gift.
token of appreciation n ([sth] given as a grateful gesture)ένδειξη ευγνωμοσύνης φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'token money' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση token money στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «token money».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!